Wednesday, 8 February 2012

Flags

Flame Test 2009


I have a stupid thing with flags.It's not that i am a nationalist, on the contrary, i just like these pieces of cloth and i am fond of the stories behind why someone picked certain colors and/or emblems to represent a nation or even a group of people.I can also understand that people from older generations gave their life to protect their flag, that certain piece of cloth that was representing their hometown, family and friends.I can also understand why someone can burn the greek flag opposing to the things you can usually find it on (army and police uniforms for example) but a thing that makes me feel uncomfortable is when greeks  burn other nations' (american and german flags are two valid examples) or even a swastika flag on the year 2012. (As far as i know that certain symbol have not any official use on any country in the world, especially in germany that it is actually banned.)

If you are prepared to burn a foreign flag as a sign of opposition for the current situation in your country, you have to be prepared to burn your country's own flag or at least accept that this might happen for the same reasons.

Thursday, 2 February 2012

Κυψέλη, Φεβρουάριος 2012, 0°C


Γυρνώντας χτες λίγο πριν τα μεσάνυχτα μετά από την παρουσίαση κι αφού είχαμε πάει με το αυτοκίνητο ως τη Νέα Ιωνία για να αφήσουμε μια φίλη, βλέπουμε στο βάθος της πολυκατοικίας ένα χέρι να κρύβεται στο ντουλάπι-αποθήκη κάτω από το κλιμακοστάσιο και μετά ησυχία. Τα φώτα είναι αναμμένα. Μου φαίνεται απίστευτο. Είναι άνθρωπος εκεί μέσα; Και τί κάνει; Δεν έχει περάσει καιρός από την τελευταία ληστεία στον ηλικιωμένο καθηγητή του πέμπτου, έναν κοσμοπολίτη Ουάιλντ που δίδασκε στη Χαϊδελβέργη. Όσα διαμερίσματα δεν έχουν πόρτα ασφαλείας τα έχουν ανοίξει, ενώ τον τελευταίο μήνα τα υπόγεια υπενοικιάζονται. Οι έλληνες ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων δηλώνουν πως δεν ενδιαφέρονται αν μένει ένας ή δέκα εφόσον αυτοί πληρώνονται. Ο ιδιοκτήτης δε στο διαμέρισμα του καθηγητή αρνήθηκε να αλλάξει την σπασμένη πόρτα και ο κύριος Γ. σκέφτεται να μαζέψει την αλληλογραφία του και να επιστρέψει μετά από δεκαετίες στην αδερφή του, στην Πάτρα. Αλλά, αυτός ο εκπληκτικός άνθρωπος, ένας μάστερ των διαφορικών εξισώσεων, είναι άλλη ιστορία. Ανεβαίνουμε πάνω, η Βάσια μού λεει να προσέξω. Χτυπώ στον διαχειριστή. Κατεβαίνουμε. Μέσα στο ντουλάπι, πάνω στα κουτιά με τα χριστουγεννιάτικά είναι κουλουριασμένος ένας τύπος. "Τί κάνεις εδώ;" Δείχνει ακίνδυνος, μιλάει ελάχιστα ελληνικά και λίγα αγγλικά. 


Από το ισόγειο όπου μένουν οι Λιβεριανοί (άλλη ιστορία αυτοί οι ευγενικοί Μπομπ Μάρλεϋ) βγαίνουν να δουν, δείχνουν έκπληκτοι, δεν τον ξέρουμε λένε, στα άλλα διαμερίσματα δύο οικογενειών Αλβανών τα φώτα ανοίγουν αλλά κανείς δεν βγαίνει. "Όχι αστυνομία, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ", λεει ο νεαρός, μάλλον Αιθίοπας, που δεν δείχνει ιδιαίτερα ταλαιπωρημένος αλλά είναι κατατρομαγμένος και δεν προσπαθεί καν να τρέξει να φύγει. Ο διαχειριστής παίρνει την αστυνομία όσο μιλάει με τους Λιβεριανούς. Σε ελάχιστα λεπτά έρχεται ένα περιπολικό με τρεις μπάτσους στην ηλικία του Α. Οι Λιβεριανοί έχουν ξαναμπεί στο διαμέρισμά τους. Τον ρωτούν αν έχει χαρτιά και πώς βρέθηκε εδώ. Πρώτη έκπληξη: Ο επικεφαλής της ομάδας ξέρει πολύ καλά αγγλικά αλλά δεν του χρειάζονται. Ο Α. βγάζει τα χαρτιά του. Έχει ένα σακίδιο και μια σακούλα σουπερμάρκετ με εσώρουχα. "Πού είναι το σπίτι σου;" Ήρθε από την Θράκη, λεει. "Τράκι". Σήμερα έφτασε με το λεωφορείο και κάπου σ' αυτόν τον δρόμο μένουν οι φίλοι του, έτσι του 'παν. Βρήκε ανοιχτά και μπήκε. Ο Α. λεει μπος αντί για bus και ο αστυνομικός προς στιγμήν αλαφιάζει. Ήρθε από τη Θράκη με το μπος στους φίλους του. "Σ' αυτόν τον δρόμο; Τηλέφωνο έχουν; Δεν μπορείς να μείνεις εδώ". Το εδώ είναι ένα ντουλάπι με χριστουγεννιάτικα. Στην πολυκατοικία υπάρχουν τρία διαμερίσματα άδεια, οι γέροι ένας ένας φεύγουν. Η μία γριά πέθανε κανα τρίμηνο πριν στα ενενήντα της και η κόρη της που μένει αλλού θέλει να το πουλήσει για να βρει ισόγειο που θα βολεύει την ανάπηρη εγγονή. Αλλά κανείς δεν αγοράζει εδώ. Άλλη ιστορία. 


Δεύτερη έκπληξη: οι δυο μπάτσοι είναι φιλικοί και έχουν πάρει μια γκριμάτσα απογοήτευσης. Ο τρίτος έχει το νου του στο περιπολικό. Τους ρωτάω αν μπορούν να τον πάνε στις δυο Λέσχες Φιλίας. Ο επικεφαλής μού λεει ότι δεν έχουν χώρο. Ο δεύτερος μιλάει στο τηλέφωνο με το Τμήμα και λεει "αναγκαστικά εκεί". Στον ασύρματο του τρίτου ακούγονται ανά δέκα δευτερόλεπτα, οικογένεια κλεισμένη στο Παγκράτι, ληστεία Μαρκόπουλο και καμιά ντουζίνα άλλα που έμοιαζαν ρουτίνα. "Επειδή έξω έχει κρύο θα έρθεις μαζί μας στο τμήμα να μείνεις το βράδυ, εντάξει;" Ο διαχειριστής ρωτάει τον επικεφαλής "σαν αστυνομία τί υποτίθεται ότι πρέπει να κάνεις; που θα μείνει;" Απαντάει "σαν άνθρωποι. Δεν μπορούμε να τον αφήσουμε έξω". Ο Α. έχει ηρεμήσει κάπως αλλά από την υπερένταση μπερδεύεται με τη σακούλα και κοιτάει στο ντουλάπι μήπως έχει ξεχάσει κάτι στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ο άλλος αστυνομικός του τη μαζεύει, ρωτώντας "ok; Έχασες κάτι;" Βγάζω ό,τι είχα στην τσέπη δέκα δεκαπέντε ευρώ και τα δίνω στο διαχειριστή να τα δώσει στον Α. Τα ψιλά, κάτι δίευρα, τα είχαμε δώσει στη Σταδίου σε έναν άστεγο που ήρθε παραπατώντας από τον Ιανό, λέγοντας "πειναω" και στον τύπο που είχε στρώσει κουβέρτες έξω από την Εμπορική στην Κοραή και μια παρέα πριν απο μας μόλις του είχαν αφήσει δυο σάντουιτς. Τα τελευταία λεφτά μας.


 Ο Α. έχει την προσοχή του στον δεύτερο μπάτσο και στα πράγματά του, "οk". Φαίνεται να νιώθει τα πάντα και τίποτα, ίσα που στέκεται, φοράει τζην και αθλητικό μπουφάν, τα μαλλιά του είναι ράστα. Γυρίζει και μου απλώνει το χέρι. Δυνατή χειραψία. "God bless you", μού λεει, κάνοντας αυτή τη μικρή αγχωμένη κίνηση υπόκλισης και φεύγουν όλοι με σκυμμένα κεφάλια. Σκυμμένα, όμως. Δεν μάθαμε ποτέ το όνομά του. Ουίσκυ και περισυλλογή.


Το κείμενο είναι του Αδάμ. Θεώρησα ότι δεν έπρεπε να "ξεπεραστεί" ώς ένα απλό status update στο FB.Τού είχα πεί παλιότερα να φτιάξει ένα blog γιατί είναι κρίμα αυτά που γράφει να "χάνονται".Δεν έφτιαξε.Μόνο που έφτιαξε μαζί με καμιά 20αριά άλλους ένα περιοδικό.


Η φωτογραφία είναι του Λεμονοστίφτη απο μια άλλη Κυψελιώτικη ιστορία.Το βίντεο το είχα βρεί πριν μερικούς μήνες στην Lifo.Ο τίτλος "Κυψέλη, Φεβρουάριος 2012, 0°C" δώθηκε απο εμένα.





Lev Peshkov, October 1918


In 1918, President Woodrow Wilson sent 5,500 American soldiers to northern Russia in the last days of World War I.

Read more here: http://www.mcclatchydc.com/2010/11/27/104384/think-us-troops-never-invaded.html#storylink=cp

"It was dusk. Lev Peshkov waited, shivering, in a freight yard in Vladivostok, the ass end of the Trans-Siberian Railway. He wore an army greatcoat over his lieutenant’s uniform, but Siberia was the coldest place he had ever been.
He was furious to be in Russia. He had been lucky to escape, four years ago, and even luckier to marry into a wealthy American family. And now he was back—all because of a girl. What’s wrong with me? he asked himself. Why can’t I be satisfied?
A gate opened, and a cart drawn by a mule came out of the supply dump. Lev jumped onto the seat beside the British soldier who was driving it. “Aye, aye, Sid,” said Lev.
“Wotcher,” said Sid. He was a thin man of about forty with a perpetual cigarette and a prematurely lined face. A Cockney, he spoke English with an accent quite different from that of South Wales or upstate New York. At first Lev had found him hard to understand.
“Have you got the whisky?”
“Nah, just tins of cocoa.”
Lev turned around, leaned into the cart, and pulled back a corner of the tarpaulin. He was almost certain Sid was joking. He saw a cardboard box marked: “Fry’s Chocolate and Cocoa.” He said: “Not much demand for that among the Cossacks.”
“Look underneath.”
Lev moved the box aside and saw a different legend: “Teacher’s Highland Cream—Perfection of Old Scotch Whisky.” He said: “How many?”
“Twelve cases.”
He covered the box. “Better than cocoa.”




“This is the best whisky in the world,” Lev said in Russian. “It comes from a cold country, like Siberia, where the water in the mountain streams is pure melted snow. What a pity it is so expensive.”
Sotnik’s face was expressionless. “How much?”
Lev was not going to let him reopen the bargaining. “The price you agreed to yesterday,” he said. “Payable in gold rubles, nothing else.”
“How many bottles?”
“One hundred and forty-four.”
“Where are they?”
“Nearby.”
“You should be careful. There are thieves in the neighborhood.”
This might have been a warning or a threat: Lev guessed the ambiguity was intentional. “I know about thieves,” he said. “I’m one of them.”
Sotnik looked at his two comrades, then, after a pause, he laughed. They laughed too.
Lev poured another round. “Don’t worry,” he said. “Your whisky is safe—behind the barrel of a gun.” That, too, was ambiguous. It might have been a reassurance or a warning.
“That’s good,” said Sotnik.
Lev drank his whisky, then looked at his watch. “A military police patrol is due in this neighborhood soon,” he lied. “I have to go.”
“One more drink,” said Sotnik.
Lev stood up. “Do you want the whisky?” He let his irritation show. “I can easily sell it to someone else.” This was true. You could always sell liquor.
“I’ll take it.”
“Money on the table.”



Wednesday, 7 December 2011

Faceless Killers by Henning Mankell

Faceless Killers (Wallander #1)Faceless Killers by Henning Mankell




"What did the inside of Herdin's house look like?" Wallander asked.
"Old-fashioned. But clean, tidy. Strangely enough, he uses a microwave to do his cooking. He offered me homemade rolls. He has a big parrot in a cage. The farm is well cared for. The whole place looks neat. No broken-down fences."
"What make of car does he drive?"
"A red Mercedes."
"A Mercedes?"
"Yes, a Mercedes."
"I thought he told us it was hard making ends meet."
"Well, that Mercedes of his would have set him back 300,000 plus."
Wallander thought for a moment. "We need to know more about Lars Herdin. Even if he says he has no idea who killed them, he could easily know something without realising it himself."
"What's that got to do with the Mercedes?"
"Nothing. I've just got a hunch that Herdin is more important to us than he thinks he is. And we might wonder how a farmer today can afford to buy a car for 300,000 kronor. Maybe he has a receipt that says he bought a tractor."

Ο Βαλάντερ δεν είχε ιδέα για τις επιδοτήσεις.



View all my reviews

Wednesday, 30 November 2011

Cat-lendar 2012

Λοιπόν, ως γνωστό έχουμε ένα κάρο γάτες. Μας έχουν για την ακρίβεια, αλλά επειδή απαξιούν να ασχοληθούν με αυτό το κείμενο, γράφω ότι θέλω. Η Χριστίνα κατά καιρούς της φωτογραφίζει και για να μην τις καμαρώνουμε μόνοι μας είπε να βάλει μερικές από τις φωτογραφίες σε ένα ημερολόγιο μπας και θέλει κανείς να τις βλέπει να τις χαίρεται (και να συμβάλει λίγο & στα έξοδα τους - αν και αυτό από τη στιγμή που για κάθε ημερολόγιο τα γατιά παίρνουν 2-3 ευρώ είναι δευτερεύον - εκτός και άν γενεί χαμός & πουληθούν καμιά 300αριά).Το θέμα είναι ότι έχει και γαμώ τις φωτογραφίες. Απο αυτές που σε κάνουν να ξεχνάς πόσο μουργόγατα είναι και να νομίζεις οτι είναι ωραία αρχοντικά γατουλίνια. Να ξέρετε ότι τα ταχυδρομικά έξοδα είναι λιγότερα (αναλογικά ανά ημερολόγιο) αν παραγγείλετε παραπάνω από ένα τεμάχιο (για δώρα κλπ).



Αν δεν ψήνεστε με τα γατιά και τα ημερολόγια ή είστε άντρακλας, μάγκας & καραμπουζουκλής υπάρχουν αυτό ή αυτό.Αν θέλετε το ψηστήρι σας στα αγγλικά και τα ευγενικά here you go!Αν την υπογραφή σας & την πιστωτική σας δεν τα βάζετε όπου νά'ναι, δεν έχετε paypal και γενικώς ζείτε ακόμα στην εποχή του λίθου (οπότε και το έντυπο ημερολόγιο σας ταιριάζει γάντι) στείλτε μου ένα μήνυμα για να σας το παραγγείλω εγώ.


Saturday, 10 September 2011

Στο Σουπερμάκετ

Picture Copyright All rights reserved by Jonathan Marks
H ταμίας έχει ήδη αρχίσει να σκανάρει τα ψώνια μου και εγώ τα βάζω στις τσάντες.Σταματάω για να βγάλω και τα υπόλοιπα απο το καρότσι και καθώς ξαναγεμίζω τον πάγκο αντιλαμβάνομαι τον επόμενο τύπο στη σειρά να ακουμπάει τα πράγματα του μαζί με τα δικά μου (γιατί "δυο πραγματάκια ψώνισα δεν χρειάζομαι καλάθι")."Τί να πεις", σκέφτομαι , τα ξεχωρίζω και συνεχίζω να χώνω τα πράγματα μου στις τσάντες ενώ η ταμίας έχει στραβώσει που δεν τηρείται η τάξη μπροστά στο ταμείο και ο τύπος παρατάει τα πράγματα του αμανάτι και λέει κατι σαν "Μισο λεπτάκι θα κάνω" και φέυγει, και συνηδητοποιώ οτι οι μαλακίες που έχει ψωνίσει είναι 8 μπύρες Buckler, αν είναι δυνατόν δηλαδή,  και μια συσκευασία απο τα αλλαντικά ή τα τυριά που άν κρίνω απο το πόσο βλαμμένος φαινόταν και απο το γεγονός οτι ήταν έτοιμος να πληρώσει για μπύρες χωρίς αλκοόλ πρέπει να ήταν σίγουρα κάνα βρωμότυρο απο αυτά που τρώνε με το χέρι κάτι τύποι new age και μετά θέλουν και χειραψίες.Εγώ πληρώνω, η ταμίας μου λέει " μα έχω άδικο?", "τί άδικο νά'χεις, δεν βλέπεις τι ψώνισε?" και μέχρι να ξανάρθει ο Buckler άλλοι τρεις περιμένουν στη σειρά και εγώ στεναχωριέμαι εκ των υστέρων που δεν κάθησα σε μια μερια να τον δω όταν θα ξαναρχόταν με τίποτα φύτρα ραδικιού στα χέρια να προσπαθεί να εξηγήσει οτι "δυο λεπτάκια έκανα, να και οι μπύρες μου".